Βρίσκομαι στο Gardeners rd. στο Kingsford, στο Sydney. Στο ύψος της εκκλησίας του αγ. Σπυρίδωνα βλέπω παντού παρκαρισμένα αστραφτερά- μαύρα κυρίως- αυτοκίνητα.
Βράδυ μ.Σαββάτου και από τις BMW, LEXUS, MERCEDEZ και κάθε είδους SUV, βλέπω να βγαίνουν καλοντυμένες οικογένειες, ζευγάρια, νέοι, ηλικιωμένοι, κρατώντας κεριά, λαμπάδες και- ναι- ελληνικές σημαίες.
Η γιγαντοθόνη που’χει στηθεί πάνω απο την είσοδο της εκκλησίας και πιάνει όλη την πρόσοψη της, φαντάζομαι ότι βρίσκεται εκεί για να μεταφέρει όσα γίνονται στον ευρύχωρο ναο στους πολλούς που δεν θα καταφέρουν να χωρέσουν μέσα.
Ο κόσμος πολύς, έχει σχεδόν κλείσει το δρόμο και μοιάζει όλοι να γνωρίζονται μεταξύ τους- ευχές στα “σπασμένα” ελληνικά και κουβεντούλα στ’αγγλικά.
Οι εικόνες που βλέπω με μεταφέρουν κατευθείαν μιά δεκαετία πίσω, στην ελλάδα που γιορτάζει το πάσχα μέσα σε κλίμα ευφορίας για την επικείμενη ολυμπιάδα και κάτω από οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θ’άνοιγα το γκάζι για να εξαφανιστούν απ’τ’οπτικό μου πεδίο. Όμως βρίσκομαι 10000 μίλια μακριά απο την ελλάδα και τελείως διαστροφικά νιώθω την αποστροφή μου να μετατρέπεται σε νοσηρή κι επώδυνη νοσταλγία.
Πριν προλάβω να οργιστώ με το χάος που είναι εγκλωβισμένο στο κρανίο μου- η κουβεντούλα των ηλικιωμένων μεταναστών( τίποτε δεν αποκλείει να’ταν και στο ίδιο καράβι με κάποιον απ’τους γονείς μου!) μ’επαναφέρει στην τάξη:”…εμ τι περίμενες; αφου αφήσαν την ελλάδα ξέφραγο αμπέλι και μπήκαν μέσα οι ξένοι(….!!!) και οι μαύροι και την ρημάξαν…”…
…σκουπίζω ένα δάκρυ που’ταν έτοιμο να την κάνει κι ανοίγω το γκάζι φανερά ανακουφισμένος- πάω σπίτι να πιώ μια “μαλαματίνα”!
